Διαβήτης Κύησης

Ο διαβήτης κύησης αποτελεί μια μορφή διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αν και συχνά είναι παροδικός, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς μπορεί να επηρεάσει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο, ενώ σχετίζεται και με παράγοντες υπογονιμότητας.

Αν και ο διαβήτης κύησης εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι μεταβολικοί παράγοντες που τον προκαλούν (όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη, η παχυσαρκία ή το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών – PCOS) είναι συχνά ήδη παρόντες και μπορούν να δυσκολέψουν την διαδικασία της σύλληψης. Επομένως, η ύπαρξή του ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη υποκείμενης μεταβολικής δυσλειτουργίας που σχετίζεται με τη γονιμότητα.

Προκαλείται συνήθως στις εξής περιπτώσεις:

  • Γυναίκες με αυξημένο σωματικό βάρος ή ΔΜΣ
  • Ιστορικό PCOS ή διαταραγμένης ανοχής γλυκόζης
  • Προηγούμενος διαβήτης κύησης ή οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2
  • Ηλικία >35 ετών
  • Προηγούμενη γέννηση βρέφους με αυξημένο βάρος (>4 κιλά)

Ο διαβήτης κύησης διαγιγνώσκεται συνήθως μεταξύ της 24ης και 28ης εβδομάδας κύησης, μέσω της καμπύλης σακχάρου (δοκιμασία ανοχής γλυκόζης). Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την άμεση διατροφική και ιατρική παρέμβαση, περιορίζοντας τον κίνδυνο επιπλοκών όπως:

  • Υπέρταση κύησης / προεκλαμψία
  • Μακροσωμία εμβρύου
  • Αυξημένος κίνδυνος καισαρικής τομής
  • Μελλοντική ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στη μητέρα

Η διαχείριση του διαβήτη κύησης βασίζεται σε μια πολυπαραγοντική προσέγγιση, με στόχο τη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου και την πρόληψη επιπλοκών για τη μητέρα και το έμβρυο. Η πρώτη γραμμή θεραπείας είναι η υιοθέτηση κατάλληλης διατροφής, σχεδιασμένη από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας, που στηρίζεται σε συχνά και ισορροπημένα γεύματα, χαμηλό γλυκαιμικό φορτίο και σωστή πρόσληψη θερμίδων. Παράλληλα, ενθαρρύνεται η ήπια σωματική άσκηση, όταν δεν υπάρχουν αντενδείξεις, καθώς συμβάλλει στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη.

Η έγκυος καλείται να παρακολουθεί καθημερινά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα της με μετρήσεις νηστείας και μεταγευματικά, ώστε να εντοπίζονται άμεσα πιθανές αποκλίσεις από τα φυσιολογικά όρια. Στις περιπτώσεις όπου η διατροφή και η άσκηση δεν επαρκούν για τη ρύθμιση του σακχάρου, μπορεί να απαιτηθεί φαρμακευτική αγωγή, συνήθως με χορήγηση ινσουλίνης, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Η φαρμακευτική παρέμβαση είναι απόλυτα ασφαλής όταν εφαρμόζεται με τις σωστές ενδείξεις και σε συνθήκες ελεγχόμενης παρακολούθησης.

Μετά την εγκυμοσύνη, o διαβήτης κύησης υποχωρεί στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο η γυναίκα παραμένει σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στο μέλλον. Επιπλέον, σε επόμενες εγκυμοσύνες υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης.